Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2019

Μαγειρεύοντας σκύλους και κουτάβια






Scyliorhinus canicula , Petite roussette Small spotted dogfish ,ή σκυλοψαράκια . 
Αρκετοί τα λένε και κουταβάκια αλλά για μένα αυτό το όνομα είναι αποκρουστικό, γιατί κι εγώ ανήκω στο υποκριτικό κομμάτι αυτών που τρώνε μεν «κρέας» αλλά λυπούνται τα ζώα . 

Προκειμένου όμως να ανήκω στους άλλους υποκριτές που παριστάνουν τους τέλειους και δείχνουν το σεβασμό τους ( τάχα ) στα ζώα ενώ η ανθρωποφαγία είναι το χαρακτηριστικό τους , 
προτιμώ να είμαι το σαρκοβόρο και ανάλγητο τέρας κάνοντας προσπάθειες να μην επιβεβαιώνω τα φονικά αρχέγονα ένστικτά μου.. Πχ. Δεν μαγειρεύω ποτέ σαλιγκάρια αλλά τα τρώω όταν τα βρω μαγειρεμένα καθώς και άλλα φαγητά που χρειάζεται να να βάλουμε στην κατσαρόλα ζωντανά. Υποκρισία !! Ε! τι λέμε τόση ώρα ?? 

Το σκυλοψαράκι μου το στείλανε οι φίλοι μου έτοιμο ..γδαρμένο, και τεμαχισμένο αλλιώς παρόλο που δεν είναι ζωντανό όταν φτάσει στα χέρια μας θα πάθαινα κάτι όταν έβλεπα το άσπρο λαιμουδάκι του με το στοματάκι του σε σχήμα “λυπάμαι” του f/b ..ίδιο κι απαράλλαχτο με τον κώστα ανάσκελο όταν μου κάνει χαρές . 

 Τούτα τα μικρά καρχαριόπουλα τα γνώρισα σε πολλή μικρή ηλικία όμως  όχι σαν φαγητό , αλλά σαν σφουγγαρόπανο εξ αιτίας του άγριου δέρματος του 
 Θυμάμαι πως το χρησιμοποιούσαν για να καθαρίζουν καταστρώματα αλλά και στο σπίτι είχα δεί να κάνουν το ίδιο στα πατώματα . 

Αργότερα το δοκίμασα τηγανιτό και βραστό με σκορδαλιά φτιαγμένη με τον ζωμό του. 
Ακόμα αργότερα το πρόσθεσα σε διήγημα – αφιέρωμα σε μια γειτονιά της Μυτιλήνης . 

Αυτή τη φορά το κάναμε και σουβλάκι ..για δοκιμή 


 
Σε ξένες ιστοσελίδες το βρήκα μαγειρεμένο με ότι τραβάει η ψυχή  σου.. 
Εγώ όμως παραμένω στην ελληνική εκδοχή της Μυτιλήνης αλλά και της Καβάλας
Τηγανιτό , βραστό και στον ατμό. 

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2019

Χαλβάς

 αφράτος παρ όλο που είναι χθεσινός .


Πολίτικος ή όχι, της γιαγιάς ή της θείας , με γάλα ή με νερό , 
δεν παύει να είναι το εύκολο γλυκό – κυρίως του χειμώνα – και το γλυκό που μας έταζαν για να σταματήσουμε την γκρίνια και πάντα το κόλπο έπιανε. 

 Ο χαλβάς όμως που μου λείπει είναι ο πανηγυριώτικος , όχι των Φαρσάλων αλλά ο Μικρασιάτικος της Αγιάσου ο άσπρος σε μικρά πιτάκια τυλιγμένα σε σουσάμι. 



Δεν βρήκα πουθενά την συνταγή του 
(μέχρι χαλβαδόξυλο βρήκα για να τον φτιάξω .. μάταια ) 
 και σκέφτηκα πως καλό είναι να μην δίνουμε τις οικογενειακές συνταγές  παρά μόνο στα παιδιά μας  αλλά είμαστε σίγουροι πως τα παιδιά μας θα την συνεχίσουν ή θα χαθεί τελικά? Και η παράδοση είναι προσωπική μας υπόθεση άραγε?
Στην εμφάνιση έμοιαζε με το μαντολάτο ή με το ιταλικό torrone , αλλά καμιά σχέση με τα υλικά παρασκευής του……. υποθέτω… 

 Τούτον τον συνηθισμένο χαλβά τον έφτιαξα εχθές και αν τον αναφέρω είναι γιατί ενθουσιάστηκα την επόμενη ημέρα που εξακολουθούσε να είναι αφράτος όπως την πρώτη στιγμή . 
Δεν υπάρχει κανένα μυστικό γι αυτό , απλά τον αφήνω στο σκεύος στο οποίο τον έφτιαξα χωρίς να τον βάλω σε φόρμα και όταν θέλω να τον σερβίρω την άλλη μέρα ( αν περισσέψει βέβαια ) τον ξύνω από πάνω μ ένα πιρούνι όπως κάνουμε με το μπασμάτι και μετά τον βάζω σε φορμάκι . 




 Τα υλικά γνωστά 
 1 φλ τσαγιού λάδι ή βούτυρο ( έβαλα μισό-μισό ) 
 2 φλ « σιμιγδάλι ( έβαλα χονδρό )  
 3 φλ « ζάχαρη ( έβαλα λίγο περισσότερη απ την μισή ποσότητα ) 
 Και 3 και κάτι φλ. Γάλα ( για να μην πετάξω το υπόλοιπο της συσκευασίας ) 
 + την απαραίτητη κανέλα και προαιρετικά όποιον ξηρό καρπό θέλουμε 
(Εγώ έβαλα κουκουνάρια που μου είχαν περισσέψει απ το πέστο του καλοκαιριού , καθώς και μερικές ίνες σαφράν. 

 Αυτό που πρέπει να προσέξουμε -γιατί το βλέπω συχνά - είναι το καβούρδισμα . Ο Χαλβάς δεν πρέπει να είναι ανοιχτόχρωμος αλλά να έχει ένα γλυκό  καστανό χρώμα . ( Το μόνο που προσέχω)

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2019

Πιπεριά πασίγνωστη, αλλά άγνωστης ταυτότητας

 




Μερικές φορές οι νέες γεύσεις που δοκιμάσαμε ως παιδιά  μας στοιχειώνουν  και ψάχνουμε απεγνωσμένα να τις βρούμε . 
Είναι η ψευδαίσθηση -που δυστυχώς δεν κρατά πολύ- πως μεταφερόμαστε αστραπιαία  γύρω από ένα τραπέζι  μαζί με αγαπημένα πρόσωπα , είναι η αγωνία  στο άκουσμα πως  «αν δεν φας το φαΐ σου δεν θα πας να παίξεις»  είναι ακόμα και οι  παρατηρήσεις  για το πώς να τρώμε , για το που δεν θα ακουμπάνε οι αγκώνες μας όταν τρώμε , για το νερό που δεν έπρεπε να το πίνουμε  με θόρυβο , και  μια σειρά κανόνες που αποτελούσαν την ιεροτελεστία του οικογενειακού γεύματος . Τότε … που τρώγαμε όλοι μαζί .. 

Μερικές απ αυτές τις γεύσεις τις γνώρισα αρκετά χρόνια αργότερα μακριά απ το νησί μου και παρόλο που ήμουν έφηβη πια και ο νους μου  θα έπρεπε να είναι σ άλλα πράγματα , εν τούτοις  το μυαλό μου ακόμα έγραφε εν αγνοία μου ότι μ ευχαριστούσε  σχετικά με το φαΐ , παρ όλο που δεν θα πιστέψει κανείς  πως ήμουν ένα λιγόφαγο παιδί που αν φυσούσε λίγο παραπάνω μια νοτιά θα το έπαιρνε  μαζί της. Αλλά μ άρεσε να δοκιμάζω τα πάντα και δεν απέρριπτα καμιά γεύση  πριν την γνωρίσω.. Μετά θα μπορούσα  ελεύθερα ή να χαρώ για ένα πιάτο που μου έβαζαν μπροστά μου, ή θα μουλάρωνα αρνούμενη να το φάω ακόμα και με κίνδυνο να με στείλουν να κοιμηθώ νηστική.. ( Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις , ευτυχώς που υπάρχουν οι γιαγιάδες ) 

Την σπανακόπιτα, τα βλίτα, και τις πιπεριές  για τις οποίες ξεκίνησα να γράφω σήμερα δεν τα γνώριζα στην Μυτιλήνη, ( υποθέτω πως  δεν τα τρώγανε στο σπίτι.)  Τα γνώρισα εδώ στην Αθήνα και στην Λαϊκή  του Μπουρνουζιού που πήγαινα με την μάνα μου.. Ούτε την Λαϊκή δεν την γνώριζα και η αλήθεια είναι ότι με μάγεψε ! Μια φορά την βδομάδα λοιπόν στο τραπέζι υπήρχαν βραστή σαλάτα βλίτα και τηγανισμένες μικρές πιπερίτσες  που έκαιγαν  που και πού.. 


Ήταν τόσο όμορφες και νόστιμες  που τις έβαλα αμέσως  στην λίστα όχι μόνο με τις προτιμήσεις μου , αλλά και στο άγραφο βιβλίο του μυαλού μου το οποίο περιέγραφε τα θαύματα της φύσης και την δεξιοτεχνία του  παλιού ανθρώπου  να «μετατρέπει»  την φύση ,να μαγειρεύει , να ζυμώνει  να φτιάχνει κρασί και λάδι και μην γνωρίζοντας από πού προέρχονταν όλα αυτά να θυσιάζει  στον Θεό του ευχαριστώντας τον . Πιστεύω πως αν γνώριζε και κατανοούσε την φύση ίσως να έφτανε μέχρι σε μας το γονίδιο το οποίο θα μας προέτρεπε   να την προσέχουμε σαν τα μάτια μας , παρ όλο που  στο παρελθόν σφαγιάστηκαν  φυλές  που την γνώριζαν , την πρόσεχαν και την σεβόταν . 

Μεγαλώνοντας αγόραζα πάντα αυτές τις πιπεριές που δεν γνώριζα το όνομά τους , αλλά ευτυχώς δεν υπήρχε μανάβης που να μην τις γνωρίζει, και τηγάνιζα κιλά απ αυτές , αφού τις έτρωγα και σαν σνακ  μπροστά στην τηλεόραση . Τέλη καλοκαιριού με αρχές φθινοπώρου ήταν η εποχή τους .. Μικρές , καταπράσινες , τρυφερές και που και που καμιά πιο σκληρή που έκαιγε . Και ξάφνου πριν μερικά χρόνια  εξαφανίστηκαν  ακόμα και απ την κεντρική λαχαναγορά της Αθήνας. Και όχι μόνο εξαφανίστηκαν , αλλά και οι μανάβηδες δεν την γνώριζαν πια , και με κοιτούσαν περίεργα θαρρείς και τους μιλούσα σε άλλη γλώσσα . 




Ευτυχώς  που είχα κρατήσει σπόρο και μια μοναδική που φύτρωσε  κράτησε μέχρι τώρα και φυτρώνει κάθε χρονιά αλλά με τα χρόνια άλλαξε , θαρρείς και μεταλλάχτηκε. 

Η συνήθεια μου να μπαίνω σε μεγάλα σούπερ μάρκετ  ακόμα και αν δεν θέλω να ψωνίσω ( όπως κάποια άλλη θα έμπαινε  σε καταστήματα ρούχων ) εφέτος μου βγήκε σε καλό. Βρήκα τις πιπεριές !  Ακριβώς οι ίδιες όπως τις ήξερα ,  αλλά συσκευασμένες .. Πήρα δυο σακουλάκια  των 500 γραμμαρίων τις οποίες τις τηγάνισα αμέσως όλες  αλλά οι μισές έφτασαν ως το τραπέζι .Τις άλλες μισές τις έφαγα όσοι ώρα τις τηγάνιζα . 
Την επόμενη εβδομάδα  δεν τις βρήκα στο σούπερ μάρκετ ..αλλά ούτε  και ρώτησα ..
Στην συσκευασία  δεν έλεγε τι πιπεριές είναι παρά μόνο έγραφε 
« Πιπεριές Μπακάλικες»  και διευκρίνιζε πως ήταν η πραγματική ποικιλία που καλλιεργείται μόνο στον τόπο του καλλιεργητή. Έλεγε και την ιστορία τους  για το πώς πήραν το όνομα «μπακάλικες» που δεν με έπεισε  γιατί δεν πίστεψα πως το τουρσί αυτής της πιπεριάς που ήταν και είναι γεμάτες όλες οι αγορές κυρίως την σαρακοστή προερχόταν από έναν παραγωγό που καλλιεργούσε την πραγματική ποικιλία της .. 

Και όμως ..Ψάχνοντας με μανία στην Google για να βρώ το λατινικό της όνομα ( που δεν το βρήκα ) διάβασα   ένα άρθρο μιας δημοσιογράφου , που μάλλον η καταγωγή της είναι απ αυτά τα μέρη που καλλιεργείται..  που είχε τον τίτλο « Η πιπεριά που ούτε την γνωρίζουν οι Αθηναίοι»  .. 
Τα παράτησα..γελώντας . 

Βέβαια Αθηναία δεν είμαι , αλλά στη Αθήνα την γνώρισα πριν πολλά χρόνια .
Στην Λαϊκή του Μπουρνουζιού και του Περιστεριού. 
Αργότερα στην λαϊκή του Βύρωνα , του Παγκρατίου , των Αμπελοκήπων … και στην Αθηνάς …πριν χαθεί… 
και ξαναφανεί ως δια μαγείας  ερχόμενη απ τον ελληνικό  βορρά από "μυστικό" Μικρασιάτικο σπόρο !! 
( ΟΥΑΟΥ !! Σαν να λέμε : έχω ένα μυστικό, κρυμμένο στις καρδιάς τα βάθη ) 

ΣΣ

Φωτο με τις συσκευασμένες πιπεριές δεν δημοσιεύω .. Μ αρέσει να κάνω μάγκες μόνο τους λεβέντες ..
( Αν κάποιος γνωρίζει την ποικιλία της ας μου την πει.. )

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2019

Μπιφτέκια της γιαγιάς και λοιπές σύγχρονες ιστορίες

   
Τρόπος του λέγειν της γιαγιάς .. Λίγο πολύ όλα τα μπιφτέκια με τα ίδια υλικά γίνονται . 


Η διαφορά είναι στο ψήσιμο και στα φύλλα της δάφνης πάνω στα οποία τα ψήνουμε, που τα κρατάει τρυφερά και ζουμερά. ( Άλλοι τα ψήνουν ανάμεσα σε φύλλα λεμονιάς ).

 
Και μέσα σ αυτό το ταξίδι των αναμνήσεων προσθέτουμε και μια σαλάτα σύγχρονη με μερικά υλικά ξενόφερτα για να δικαιολογήσουμε και την παγκοσμιοποίηση που μόνο για κάτι τέτοιες στιγμές και γεύσεις αξίζει. 
Η κρέμα smetana είναι η αντίστοιχη της sour cream αλλά με πιο πολλά λιπαρά .Την αγοράζω απ το ρωσικό παντοπωλείο . 
Το sourimi γνωστό αλλά κι αυτό δεν παράγεται εδώ .


Και μαζί με αβοκάντο,  αγγούρι ντομάτα, βραστά αυγά , καλαμπόκι , μαγιονέζα ( εκτός της ξινής κρέμας )  και μερικά βότανα απ τις γλάστρες όπως σχοινόπρασο και κάρδαμο , έχουμε μια δροσερή νόστιμη και χορταστική σαλάτα 

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2019

Με φύλλο της Σμαρώς ( το μόνο που θυμάμαι )







Όσοι αυτοσχεδιάζετε στην κουζίνα ,  σας  συμβουλεύω να έχετε δίπλα σας χαρτί και μολύβι και να κρατάτε σημειώσεις. Κι επειδή είμαι σίγουρη πως μόνο εγώ δεν ακολουθώ αυτή την συμβουλή , ανακαλώ ότι σας είπα και συνεχίζω να σπάω το κεφάλι μου για να θυμηθώ τι υλικά έβαλα στην τελευταία μου συνταγή που βγήκε καταπληκτική σαν αυτές που μια που τις φτιάχνουμε και μια που εξαφανίζονται. 

Η αρχική σκέψη ήταν να κάνω κάτι με τα πράσινα κολοκυθάκια που είχα στο ψυγείο απ την περασμένη Παρασκευή , γιατί αλλιώς θα τα πετούσα . 
Η λύση θα ήταν ή βραστή σαλάτα , ή κολοκυθοκεφτέδες, ή κολοκυθόπιτα με φύλλο. 
Προτίμησα την πίτα γιατί ήθελα πάλι να κάνω το καταπληκτικό φύλλο για πίτες  (ανοιγμένο με το χέρι χωρίς πλάστη ) της Σμαρώς . 

Η Σμαρώ είναι το μοναδικό άτομο- παίχτης  σε τηλεπαιχνίδι  που θυμάμαι λόγω του φύλλου που μου έμαθε , μέσω του παιχνιδιού ίσως και σε σας. Δεν την ξαναείδα ποτέ , ούτε την βρήκα να γράφει κάπου , ούτε κανένας δεν είδα να την αναφέρει . Το παιχνίδι νομίζω πως ήταν η 1η  Φάρμα .. Ποιοι έπαιζαν δεν θυμάμαι… ούτε και το κανάλι που προβαλλόταν. 
Το φύλλο όμως το θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια . 








Έφτιαξα την γέμιση με τα τριμμένα κολοκύθια, αφού τα άχνισα αρκετά ώστε να φύγει και το τελευταίο ίχνος υγρασίας τους  που έμεινε απ το δυνατό στύψιμο τους ,  και επειδή μου φάνηκε λίγη  για το ταψί μου την ανακάτεψα με μια ελαφριά μπεσαμέλ  την οποία την έφτιαξα με κρέμα γάλακτος  γιατί δεν είχα γάλα στο ψυγείο . 

Δεν έβαλα περισσότερα από δύο αυγά  και τα τυριά που πρόσθεσα ήταν υπολείμματα από τυριά που χρησιμοποιώ για μακαρονάδες  δλδ κεφαλίσιο ,  παρμεζάνα συν λίγο μπλε. 
Τις ποσότητες δεν τις θυμάμαι  αλλά θυμάμαι πως έβαλα τόσο όσο χρειαζόταν να σφίξει λίγο η γέμιση . 
Δεν θυμάμαι επίσης τι άλλο έβαλα εκτός από κρεμμύδι και μαϊντανό, αλλά ξέρω πως αν προσπαθήσω να την ξαναφτιάξω δεν θα είναι η ίδια. Δεν είναι η πρώτη φορά που την παθαίνω αλλά δεν είναι και πρώτη φορά που αυτοσχεδιάζω .. Αλλά ούτε να φανταστώ πως κάθε φορά που ξεκαθαρίζω το ψυγείο θα κρατώ χαρτί και μολύβι..  Αυτά είναι για τακτικά άτομα..

Οπότε, μόνο το φύλλο μπορώ να γράψω πως γίνεται.

Υλικά 
3 ποτήρια αλεύρι μαλακό
1 ποτήρι νερό
2 κουταλιές ξύδι
1 πρέζα αλάτι
1-2 κουταλιές λάδι ( + σπορέλαιο για το άνοιγμα )

Ζυμώνουμε  καλά όλα τα υλικά μαζί  να κάνουμε μια μαλακή ζύμη που να μην κολλάει στα χέρια μας . Κόβουμε σε μικράκομμάτια τα οποία τα πατάμε με το χέρι να γίνουν σαν πιτάκια  σε μέγεθος  μικρού πιάτου του καφέ. 
Τα βάζουμε  σε ένα σκεύος  το ένα πάνω στ άλλο ρίχνοντας  εν διάμεσα αρκετό σπορέλαιο ( σχεδόν ...να κολυμπάνε ) και τα αφήνουμε να μείνουν περίπου 20 λεπτά με μισή ώρα . Μετά απλώνουμε ένα τραπεζομάντηλο σε ένα μεγάλο τραπέζι  το αλευρώνουμε λίγο και ανοίγουμε  τα πιτάκια σε φύλλο τραβώντας τα σιγά σιγά με το χέρι . Τα γεμίζουμε με ότι θέλουμε και με την βοήθεια  του τραπεζομάντηλου τα κάνουμε μπαστουνάκια ή στριφτά  και τα τοποθετούμε στο ταψί . 

Τώρα , το πως θυμάμαι το φύλλο της Σμαρώς  που το είδα πριν περίπου είκοσι χρόνια και  χωρίς καμιά σημείωση ..  μυστήριο .. 

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2019

Κολοκάσι

 


  Δεν το γνώριζα,   δεν το είχα δοκιμάσει , μέχρι που το φύτεψα σε γλάστρα και το έμαθα , το μαγείρεψα και το δοκίμασα. 





Γιατί στην γλάστρα και όχι αγορά απ το σούπερ μάρκετ ? Γιατί δεν είμαι περίεργη μόνο για νέα φαγητά , αλλά και για τα ίδια τα φυτά και τα λαχανικά . Πως μεγαλώνουν , τι παρουσιάζουν , τι άνθος κάνουν  τι καρπό κλπ κλπ. Κι έτσι  στο μπαλκόνι μου θα δεί κάποιος ένα τζίντζερ δίπλα  σε ένα μικρούλη λίτσις  που δεν λέει να πάρει τ απάνω του , παραδίπλα δυο ρίζες κουρκουμά με τα μεγάλα του φύλλα, τις πιπεριές Habanero και παραπέρα  τα φρούτα του δράκου που τα προσέχω ως κόρη οφθαλμού. 

Για το κολοκάσι διάβασα  αρκετά και μπερδεύτηκα κυρίως γιατί πρόκειται για τρόφιμο και έπρεπε να είμαι προσεκτική .


Δεν το έπλυνα , άλλοι είδα πως το πλένουν, το καθάρισα και το έκοψα όπως έπρεπε και το μαγείρεψα σκέτο, μην βάζοντας μέσα κρέας , για να μπορέσω να καταλάβω την γεύση του. 
Δεν είχε. 
Η υφή του ήταν σαν "κρεμώδης " πατάτα χωρίς γεύση  και πιστεύω ότι στην συνταγή που έκανε ο Πετρετζίκης  κάνοντάς το πουρέ θα ήταν καλύτερο . 

Δεν ξέρω . Ίσως είναι που δεν το έχω συνηθίσει και γι αυτό δεν μ άρεσε . 
Με όσους κονδύλους  περίσσεψαν θα προσπαθήσω να φτιάξω κάτι άλλο - δεν ξέρω τι - αλλά με κρέας δεν το φτιάχνω γιατί θα το φάω με το ζόρι , και  τα "μάτια" που είχαν πάνω τους οι κόνδυλοι θα τα φυτέψω.. 

Στο κάτω κάτω κάνουν μια εντυπωσιακή πρασινάδα , 
όμοια μ αυτήν που κάνει το καλλωπιστικό φυτό "αυτί του ελέφαντα " Αν το έχετε μην το φάτε .Μοιάζει πολύ με το κολοκάσι αλλά είναι δηλητήριο . ( Και το κολοκάσι τοξικό είναι, και γιαυτό δεν τρώγεται ωμό) 

κολοκάσι 
 Η συνταγή απλή 
Τσιγαρίζουμε τα κομμάτια που καθαρίσαμε , μέχρι να χρυσίσουν ρίχνουμε ένα κρεμμύδι ψιλοκομμένο , και όταν τσιγαριστεί κι αυτό ρίχνουμε ντομάτα και σέλινο και ζεστό νερό και σιγομαγειρεύουμε μέχρι να μαλακώσει το κολοκάσι . Στο τέλος αλατοπιπερώνουμε ρίχνοντας και λίγο λεμόνι.   

ΣΣ Αυτό που, δεν ακολουθώ την πεπατημένη εκθιάζοντας με ενθουσιασμό τις συνταγές που μαγειρεύω πρέπει να το προσέξω??   
Όχι ...θα είναι σαν να κοροϊδεύω ακόμα και τον εαυτό μου.. 

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2019

Σάλτσα ντομάτας σε κονσέρβα


(Εδώ  παρέα με πράσινες  ντομάτες  στην άρμη )
Την καλύτερη  διατηρημένη σάλτσα ντομάτας  την κάνουν τα πομοντόρια . Δεν έχουν πολλά σπόρια οπότε αποφεύγουμε την διαδικασία να τα αφαιρέσουμε, 
δεν έχουν πολλά «νερά» ώστε να βράζουμε με τις ώρες  την σάλτσα  για να πήξει και να μην είναι αραιή στο βάζο που θα την αποθηκεύσουμε , 
κατά την γνώμη μου έχει καλύτερο χρώμα  , 
και το σπουδαιότερο, λόγο της σφιχτής σάρκας τους   όσα κιλά πομοντόρια βάλουμε τόση περίπου σάλτσα θα πάρουμε . 
Επί πλέον δεν πετάμε ούτε τα φλούδια τους , τα οποία τα  στεγνώνουμε καλά στον ήλιο , τα κοπανίζουμε ή τα περνάμε απ το μπλέντερ και έχουμε νιφάδες ντομάτας για τις σαλάτες μας , σούπες , πασπάλισμα φέτας στο τραπέζι και ότι άλλο βάλει ο νους μας .

Παρ όλο που είναι πασίγνωστη η παρασκευή  της σάλτσας  ας την ξαναγράψουμε άλλη μια φορά .

Πλένουμε καλά  τα ντοματάκια , τα χαράζουμε σταυρωτά, και τα ζεματάμε σε νερό που βράζει για μερικά λεπτά . 
Τα ξεφλουδίζουμε ( κρατώντας  τα φλούδια όπως λέμε παραπάνω) και όσο το κάνουμε αυτό τα τοποθετούμε σε τρυπητό για να αφήσουν όσα υγρά είναι για να αφήσουν . 
Μετά  τα βάζουμε στην κατσαρόλα που θα τα βράσουμε και τα πολτοποιούμε με το μπλέντερ χειρός . ( στα πιο μεγάλα ντοματάκια  έχουμε  αφαιρέσει  το μέρος του κοτσανιού στα μικρότερα ούτε που φαίνεται καθόλου.) 

Πριν ξεκινήσουμε την διαδικασία , έχουμε πλύνει τα βάζα και τα μπουκάλια μας και τα βάζουμε στον φούρνο για να αποστειρωθούν .  
Σκεπάζουμε την κατσαρόλα  με τον πολτό ντομάτας  απ την αρχή που θα την βάλουμε να βράσει γιατί  επειδή δεν έχει υγρά  , κοχλάζοντας  θα πετάει σάλτσες  τριγύρω κάνοντας την κουζίνα μας χάλια. 
Όταν πάρει μερικές βράσεις  την βάζουμε καυτή όπως είναι  στα επίσης  καυτά βάζα μας  , τα γεμίζουμε μέχρι επάνω ,τα κλείνουμε σφιχτά  και τα αφήνουμε να κρυώσουν αναποδογυρισμένα . ( Τα καπάκια τα  αποστειρώνουμε βράζοντάς  τα λόγω του υλικού που είναι φτιαγμένα ) 

Η σάλτσα εγγυημένα  κρατάει  εκτός ψυγείου πάνω από χρόνο..για περισσότερο δεν ξέρω γιατί ποτέ δεν μου περίσσεψε.. 
Όταν ανοίξουμε ένα βάζο και αφού πάρουμε όση ντομάτα θέλουμε , ρίχνουμε μέσα  δυο κουταλιές λάδι ( σπορέλαιο ) και το βάζουμε απαραιτήτως στο ψυγείο .


Τι πρέπει να προσέξουμε
Να κλείσουν καλά τα βάζα για να μην πάρουν αέρα .
Όταν ανοίξουμε  την κονσέρβα να ακουστεί το χαρακτηριστικό  : φλοπ. Αν δεν το ακούσουμε , έχει πάρει αέρα .
Όταν την ανοίξουμε  την βάζουμε στο ψυγείο σκεπάζοντας την επιφάνειά της με λάδι γιατί αλλιώς θα μουχλιάσει αφού δεν έχει ούτε αλάτι ούτε συντηρητικά.


Παλιές ιστορίες  : Την πρώτη μου σάλτσα την έκανα σε ηλικία 13-14 χρόνων με υπόδειξη της θείας Βασιλικής , μιας φίλης της γιαγιάς μου . Τότε έτριβαν τις ντομάτες στον τρίφτη  και την έβαζαν απευθείας  στα μπουκάλια χωρίς να την βράσουν  βάζοντας ωστόσο το ανάλογο  αλάτι ( όσο περίπου βάζουμε για να αλατιστεί το φαί μας ) και έριχναν μέσα και το περιβόητο σπιραϊκό  που σου το έδινε ο φαρμακοποιός αν του έλεγες πόσα κιλά ντομάτες  θα έφτιαχνες .  Το σπιραϊκό  δεν είναι  τίποτα άλλο από το σαλικυλικό οξύ δηλαδή το κυρίως  συστατικό της ασπιρίνης .. Μετά τα άφηναν στον ήλιο για μερικές μέρες  νομίζω χωρίς το καπάκι τους , σκεπασμένα με ένα τούλι ή τουλουπάνι.